Το έπος του 1940-41

 

Με υπερηφάνεια εορτάζουμε και φέτος πανηγυρικά την ηρωική Εποποιΐα 1940-41, την νίκη, δηλαδή, του Ελληνικού Εθνους κατά της φασιστικής Ιταλίας, η οποία νίκη δίδαξε για μια ακόμη φορά την ανθρωπότητα ότι η Ελευθερία είναι για όλους τους Λαούς δικαίωμα αναφαίρετο και αναπαλλοτρίωτο.

«Ελευθέρους αφήκε πάντας Θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκεν», κήρυξε προ τεσσάρων αιώνων προ Χριστού ο Ελληνας φιλόσοφος και ρήτορας Αλκιδάμαντας. Και ο Κωστής Παλαμάς με την ποιητική πέννα του έγραψε: «Η μεγαλοσύνη των λαών και η λευτεριά τους δεν μετριούνται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριούνται και με αίμα».

Στις αρχές Απριλίου του 1939 η Ιταλία του Μουσολίνι εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην Αλβανία και προώθησε ταχύτατα τα στρατεύματά της μέχρι την ελληνοαλβανική μεθόριο, με σκοπό να επιτεθεί κατά της Ελλάδος. Μέχρι την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου ολόκληρη σχεδόν η Ευρώπη, πλην Μεγ. Βρετανίας, είχε υποταγεί, με τον ένα ή άλλο τρόπο, στην χιτλερική Γερμανία.

Προ του πολέμου, η Ιταλία είχε ήδη αρχίσει να προβαίνει σε εχθρικές προς την Ελλάδα ενέργειες, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του πολεμικού μας πλοίου «Ελλη», τον Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο, κατά τον εορτασμό της Μεγαλόχαρης. Η Ελλάδα απέναντι σε αυτή την εχθρική πολιτική, τηρούσε ουδέτερη και ψύχραιμη στάση χωρίς, όμως, να μένη αδρανής, προετοιμαζόμενη συνεχώς για πόλεμο.

Η ώρα ήτανε τρίτη πρωινή της 28ης Οκτωβρίου 1940 όταν ο Ιταλός πρεσβευτής στην Ελλάδα Γκράτσι, επισκέφθηκε τον τότε Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά στην οικία του και του επέδωσε τελεσίγραφο με το οποίο η Κυβέρνηση Μουσολίνι, με ψευδείς ισχυρισμούς ότι δήθεν η Ελλάς παραβιάζει τις συνθήκες ουδετερότητας δια της παροχής προς τους Αγγλους ναυτικών και αεροπορικών βάσεων, ότι καταπιέζει τους Αλβανούς της Τσαμουριάς (δηλ. της σημερινής Θεσπρωτίας) κλπ, απαίτησε από τον τότε Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά να επιτρέψει την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού εντός του ελληνικού εδάφους, με σκοπό την κατάληψη και έλεγχο ισχυρών στρατηγικών σημείων, προς εγγύηση, τάχα, της ελληνικής ουδετερότητας. Ψύχραιμη και κατηγορηματική ήταν η αρνητική απάντηση του Μεταξά με την φράση στη γαλλική γλώσσα : «ALORS, C’ EST LA GUERRE» (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο !!). Και αυτή η φράση γρήγορα έγινε το αθάνατο Σύμβολο του «ΟΧΙ του ’40, το ίδιο ένδοξο και περίλαμπρο όσο το «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα, το «Πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν» του Κων/νου Παλαιολόγου , το «Ελευθερία ή θάνατος των αγωνιστών του ΄21» και το « Η Μακεδονία είναι Ελληνική», του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Ελληνικός Στρατός (ΕΣ) αντιμετώπισε τους εισβολείς σε τρία μέτωπα. Το πρώτο ήταν της Ηπείρου, από Ιόνιο μέχρι την Πίνδο και καλύπτετο από την VIII (8η) Μεραρχία, με Διοικητή τον θρυλικό Υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο. Δεξιά (βόρεια) αυτού ήταν το δεύτερο, πάνω στα άγρια και δύσβατα όρη του Σμόλικα και της Βορείου Πίνδου, όπου ήταν ταγμένο ένα Σύνταγμα Πεζικού με την ονομασία «Απόσπασμα Δαβάκη», την οποίαν πήρε από τον ηρωικό Διοικητή του Συνταγματάρχη Δαβάκη. Ακόμα βορειότερα, ήταν το τρίτο μέτωπο της Δυτ. Μακεδονίας, από την Πίνδο μέχρι τα ελληνο-γιουγκοσλαβικά σύνορα, τις Πρέπες και το Βέρμιο. Εκεί ήταν ταγμένο ένα άλλο μεγάλο κομμάτι του Ελληνικού Στρατού με την ονομασία Τακτικό Συγκρότημα Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), όπου υπάγονταν δύο Σώματα Στρατού, το Β’ και το Γ΄.

Η επίθεση των Ιταλών ξεκίνησε την 5η πρωινή ώρα της 28ης Οκτ. 1940 στο μέτωπο της Ηπείρου όπου, από 2 έως 8 Νοεμβρίου, δόθηκε η περίφημη μάχη του Καλπακίου, που έχει μείνει στην Ιστορία ως μνημείο ηρωισμού και αυτοθυσίας των Ελλήνων υπέρ βωμών και εστιών. Ταυτοχρόνως στην Πίνδο, χάρις στην στην ηρωική αντίσταση των πολεμιστών του Δαβάκη, οι Ιταλοί δεν μπόρεσαν να περάσουν και να φθάσουν στον προορισμό της που ήταν το Μέτσοβο. Κατά την δεύτερη περίοδο του πολέμου (14 Νοεμβρ. έως 13 Δεκ 1940) το Γ΄ Σώμα Στατού, στις 22 Νοεμβρίου, καταλαμβάνει την Κορυτσά και το Β’ Σώμα Στρατού μαζί την Μεραρχία Ιππικού στις 16 Νοεμβρίου καταλαμβάνουν την Κόνιτσα, επόμενη ημέρα την Ερσέκα και στις 22 Νοεμβρίου το Λεσκοβίκι. Στον βόρειο τομέα οι ελληνικές δυνάμεις στις 4 Δεκεμβρίου 1940 καταλαμβάνουν το Πόγραδετς και στον κεντρικό τομέα  το Β’ Σώμα Στρατού την Πρεμετή. Στην Ηπειρο το Α’ Σώμα Στρατού καταλαμβάνει το Αργυρόκαστρο στις 4 Δεκεμβρίου και στις 8 τους Αγ. Σαράντα. Βλέπουμε, λοιπόν, συμπερασματικά, ότι με το τέλος της δεύτερης περιόδου, ολόκληρη η Βόρειος Ηπειρος, από την Χειμάρα και τους Αγ. Σαράντα , στο Ιόνιο Πελαγος, μέχρι την λίμνη Οχρίδα είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό Στρατό. Κατά την τρίτη (και τελευταία) περίοδο (28 Δεκ. 1940 έως 28 Μαρτίου 1941) το Β’ Σώμα Στρατού, στις 30 Δεκεμβρίου 1940, καταλαμβάνει τον στρατηγικής σημασίας κόμβο της Κλεισούρας. Προσπάθειες των Ιταλών από 28 μέχρι 30 Ιανουαρίου 1941 να ανακαταλάβουν την Κλεισούρα απέβησαν άκαρποι. Οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις περιορίσθηκαν απλώς να προωθήσουν τις θέσεις τους μέσα στην Βορ. Ηπειρο. Ενας νέος κύκλος επιχειρήσεων των Ιταλών στο κεντρικό έδαφος της Βορείου Ηπείρου από 9 μέχρι 25 Μαρτ. 1941 ( που έμεινε γνωστός στην Ιστορία ως «εαρινή επίθεση του Μουσολίνι κατά της Ελλάδος» ) με σκοπό την εκδίωξη του Ελληνικού Στρατού από το έδαφος της Βορ. Ηπείρου, κατέληξε γι΄ αυτούς σε οικτρή αποτυχία. Στο σημείο αυτό ουσιαστικά τελειώνει το επιχειρησιακό μέρος του ελληνο-ιταλικού πολέμου καθώς τα γερμανικά στρατεύματα προσέγγιζαν απειλητικά την Πατρίδα μας από βορά – την Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία – έτοιμα να της επιτεθούν, όπως τελικά το έπραξαν την 6η Απριλίου 1941.

Βασική αιτία της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας των Ιταλών της εποχής εκείνης ήταν η υπεραισιοδοξία της ότι οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις γρήγορα θα υπέκυπταν στις υπέρτερες υλικά και αριθμητικά δυνάμεις που διέθετε, με παράλληλη υποτίμηση του υψηλού ηθικού και της αγάπης του Ελληνα μαχητή προς την Πατρίδα του και την Ελευθερία. Τα ιταλικά στρατεύματα στην Αλβανία γρήγορα αντελήφθησαν ότι ο πόλεμος κατά των Ελλήνων δεν θα ήταν ένας απλός και ευχάριστος περίπατος, αλλά ένας σκληρός και αποφασιστικός αγώνας, με βαριές απώλειες σε προσωπικό και υλικό. Σε αυτόν τον αγώνα πήραν μέρος όλοι οι Ελληνες, ανεξαρτήτως πολιτικών ή άλλων ιδεολογιών και η πολεμική ιαχή «αέρα-αέρα» που δονούσε την ατμόσφαιρα δεν ακούγονταν μόνο στα πεδία των μαχών αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ενώπιον, λοιπόν, αυτών των μαχητών οι νεότερες γενεές των Ελλήνων έχουν ιερά υποχρέωση, κλίνοντας  ευλαβικά το γόνυ, να τους υποσχεθούν ότι θα διατηρήσουν και αυτές αλώβητη και ακέραιη την Πατρίδα που μας παρέδωσαν, εναντιούμενοι με σθένος, ενότητα και πίστη προς κάθε εχθρό μορφής και πολέμιο που θα τολμήσει να επιβουλευθεί την ακεραιότητά της.

Τέλος, πολλαπλά και πάνδημα είναι Θαύματα της Παναγίας μας υπέρ των Ελλήνων κατά τον πόλεμο αυτόν. Η «Υπέρμαχος Στρατηγός» με τις υπερβατικές Εμφανίσεις Της, άλλοτε καθοδηγούσε και προστάτευε τους φαντάρους μας, μαχόμενη, στην κυριολεξία, μαζί με αυτούς στα πεδία της τιμής και διασώζοντας, έτσι, πολλές ζωές από βέβαιο θάνατο και άλλοτε, με την Θεία Χάρη της, αδιακρίτως παρέσχε την Αρωγή και Παρηγοριά Της μαζί με την διαβεβαίωση της τελικής νίκης επί των δυνάμεων του σκότους, τις οποίες, με την φανερή και αφανή Παρέμβασή Της, θέλησε να τιμωρήσει παραδειγματικά ένεκα της ασέβειας που επέδειξαν με τον τορπιλισμό της «Ελλης», ανήμερα του περίλαμπρου εορτασμού Της, στην Τήνο. Εμείς οι σύγχρονοι Ελληνες θα πρέπει να είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι η Παναγία μας, όπως και τότε ,το 1940-41, έτσι και στη σημερινή εποχή θα μας βοηθήσει να ανταπεξέλθουμε τις δυσκολίες και τα ακανθώδη προβλήματα που ως Λαός και Εθνος αντιμετωπίζουμε, ώστε γρήγορα να επιστρέψουμε στην ανόθευτη Ορθόδοξη Πίστη μας, τις πατρογονικές ρίζες μας και τα εθνικά μας ιδεώδη όπως μας τα δίδαξαν οι προγονοί μας και με αυτοθυσία υπερασπίστηκαν οι μαχητές του 1940-41.

                                                                                 Ευάγγελος Γριβάκος